Οι μαθητές γράφουν για τους πρόσφυγες

02-05-2018

ΠΩΣ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΕΝΑ ΠΡΟΣΦΥΓΑ

 

      Εκείνη την ημέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό, τόσο διαφορετικό. Καθώς περπατάγαμε  μέσα στο δάσος για να βρούμε απελπισμένοι   καταφύγιο οι κρυστάλλινες  νιφάδες έπεφταν στο έδαφος και δημιουργούσαν στρώσεις από χιόνι. Όλοι ήμασταν κουρασμένοι ψυχικά και σωματικά και γι’ αυτό αποφασίσαμε να σταματήσουμε. Τη νύχτα όλοι  ακούγαμε τα ουρλιαχτά των θυμάτων   του πολέμου από τα μακρινά στρατόπεδα. Το πρωί ακούσαμε έναν ήχο που σε κανέναν δεν άρεσε. Τα μαχητικά αεροσκάφη των Ναζί μας άνοιξαν μια βαθιά πληγή. Όλοι ήταν τραυματισμένοι μικροί και μεγάλοι. Ο καθένας έκανε ότι μπορούσε  Κάτω από ένα δέντρο αντίκρισα  τον παιδικό μου φίλο Ηλία. Πεσμένος κάτω στο χώμα με κομμένο το χέρι, είχε ήδη χάσει τη ζωή το  από ακατάσχετη αιμορραγία. Όμως στα μάτια του είχε αποτυπωθεί ο τρόμος, ο φόβος και ο πόνος που είχε ζήσει. Αυτό το βλέμμα θα μείνει χαραγμένο για πάντα μέσα μου.   Άδικο, οδυνηρό, ελεεινό, απάνθρωπο, ένα γιατί ριζώθηκε μέσα μου ,ένα γιατί που σε κάθε πόλεμο πληγώνει!                                                                                                                                                                                               

 Μάζεψα όσο  κουράγιο μου είχε μείνει σκούπισα τα δάκρυα  μου και κοίταξα  γύρω μου. Όλοι ήμασταν στην ίδια απροκάλυπτη μοίρα. Αφού ξεκουράσαμε τα κουρασμένα μας κορμιά, με όση δύναμη μας είχε απομείνει, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε. Άρχισε να ξημερώνει και όμως  σκοτάδι  νιώθαμε βαρύ. Μήπως ήταν στις ψυχές μας; Τα βήματα και εκείνα βαριά κατευθύνονταν  προς την επόμενη πόλη. Ξέραμε πόσες δυσκολίες θα ερχόντουσαν αλλά όλοι μαζί σαν μια γροθιά θα αντιμετωπίζαμε τα πάντα. Η πρόσβαση εκεί δεν ήταν εύκολη. Έπρεπε να περάσουμε τα ορμητικά νερά του ποταμού που χώριζε το παρόν με το μέλλον. Με αυτοσχέδιο σχοινί καταφέραμε να αγκιστρωθούμε και να διασχίσουμε τον ποταμό και να φτάσουμε την μισοκατεστραμμένη  πύλη της πόλης. Μας δέχτηκαν με κρύα καρδιά  και  ξέραμε ότι δεν θα ήμασταν ποτέ ψυχή και σώμα εκεί, ούτε θα ενσωματωθούμε μαζί τους .

Πάντα θα σκεφτόμαστε και θα νοσταλγούμε την πατρίδα μας και τους δικούς  μας ανθρώπους. Ειρωνεία για όλους εκείνους που δεν πρόλαβαν. Με το που εγκατασταθήκαμε ο Β΄ παγκόσμιος  πόλεμος έληξε και εμείς απομείναμε  έρμαιο  σε μια ξένη πόλη. Η πρόθεση των ανθρώπων εκεί να μας βοηθήσουν δεν ήταν αγνή και καλοκάγαθη. Μας εκμεταλλεύτηκαν, μας κακομεταχειρίστηκαν, σφίξαμε τα δόντια και αντέξαμε. Οι μήνες πέρναγαν, το βλέμμα τους σκληρό και άσπλαχνο αντικατόπτριζε  την άγρια ψυχή τους. 

Έπρεπε όμως να τα καταφέρουμε ,για τη μνήμη όλων εκείνων που δεν ήταν κοντά μας. Μια ευκαιρία έψαχνα, μια ηλιαχτίδα μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινιά να την αρπάξω και να σωθώ. Τελικά δεν ξέρω τι ήταν πιο δύσκολο· Ο πόλεμος που  έφερε πληγές στις καρδιές μας, στα κορμιά μας στις πόλεις μας, στις οικονομίες ή η προσφυγιά; Ένας ήπιος θάνατος που τρώει την καρδιά κάθε μέρα μακριά από το σπίτι που μεγάλωσες, την οικογένειά σου, τους φίλους σου!

Ένα ΓΙΑΤΙ  μου έμεινε μονάχα να πορεύομαι μ’ αυτό και να  ψάχνω  να βρω την ηλιαχτίδα μου!

Γιώργος Σκιαδάς, Β3   

 

Ο ΒΙΟΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑ

 

Η ζωή ενός πρόσφυγα μοιάζει με μια βάρκα που έχει αποκοπεί από το λιμάνι, έχει παρασυρθεί από τα κύματα και μπορεί είτε να τσακιστεί στα βράχια είτε να καταφέρει να ξαναβγεί στη στεριά. Με λίγα λόγια ο βίος ενός πρόσφυγα αντιμετωπίζει πολλές διακυμάνσεις, όπως πλέει και μια βάρκα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Οι πρόσφυγες αναγκάζονται να μετακινούνται από τόπο σε τόπο αναζητώντας κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης, πράγμα το οποίο κατορθώνουν λίγοι απ΄αυτούς. Επίσης, οι πρόσφυγες δεν είναι ευπρόσδεκτοι σε όλα τα μέρη και αυτό πολλές φορές αποτελεί αδιέξοδο για τους ίδιους καθώς θα πρέπει να βρουν άλλο τόπο κατοικίας. Επιπλέον, ένας πρόσφυγας είναι πολύ δύσκολο να βρει δουλειά, επειδή σε κάποιες χώρες ο κόσμος δεν δέχεται ανθρώπους διαφορετικής φυλής και εθνικότητας για εργασία είτε γιατί τους φοβούνται είτε γιατί τους έχουν κατατάξει σε χαμηλότερη κατηγορία. Στην ουσία οι πρόσφυγες γίνονται θύματα του φυλετικού και κοινωνικού ρατσισμού! Ως αποτέλεσμα, οι πρόσφυγες βρίσκονται σε εξαθλιωμένη οικονομική κατάσταση και αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στους ίδιους και στις οικογένειές τους.

Εκτός απ΄αυτά τα προβλήματα, οι πρόσφυγες έρχονται αντιμέτωποι με διάφορα προβλήματα υγείας. Σε αρκετά μέρη του κόσμου οι συνθήκες υγιεινής δεν είναι κατάλληλες για αυτούς τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους. Η έλλειψη φαρμάκων, εμβολίων, τροφής και πόσιμου νερού προκαλεί  στους πρόσφυγες πλήθος ασθενειών που, αν επιδεινωθούν, μπορεί και να τους οδηγήσουν στο θάνατο. Ειδικά στη χώρα μας, πολλοί πρόσφυγες στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ελλάδα πνίγονται στο Αιγαίο.

Συμπερασματικά, οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι δυνατότεροι απ΄τον απλό κόσμο, αφού καθημερινά καταβάλλουν πολλές προσπάθειες για να περάσουν τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο τους και γι΄αυτό το λόγο τους αξίζουν πολλοί έπαινοι και σίγουρα μια καλύτερη ζωή.

Αναστασία Φάκου, Β4

 

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

 

Πρόσφυγας είναι αυτός που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα του λόγω πολέμου και πάει σε μια άλλη χώρα. Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτόν επειδή αφήνει πίσω του τους κόπους μια ζωής και ξεκινάει τη ζωή του από το μηδέν σε μια ξένη χώρα. Βέβαια είναι πιο δύσκολο όταν αυτός ο άνθρωπος έχει οικογένεια και πρέπει να μεταφέρει τα παιδιά του. Ένας πρόσφυγας μπορεί να νιώθει στενοχώρια και θλίψη. Θα νιώθει πάντα ξένος στον τόπο που μένει και θα αντιμετωπίζει φαινόμενα ρατσισμού. Επίσης, συνήθως ζουν φτωχικά, δουλεύουν πολλές ώρες χωρίς την ανάλογη αμοιβή και σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν καν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Τέλος, οι άνθρωποι αυτοί δεν φταίνε σε κάτι, ούτε επέλεξαν να γίνουν πρόσφυγες γι’ αυτό και τα κράτη οφείλουν να τους σέβονται και να τους φέρονται με αξιοπρέπεια.

Παύλος Σταυρουλάκης, Β4

 

Πώς είναι η ζωή ενός πρόσφυγα;

 

Πρόσφυγας λέγεται αυτός που βρίσκεται εκτός συνόρων της πατρίδας του, για δικαιολογημένους λόγους όπως διωγμούς και άλλα. Αλλά και για λόγους που αφορούν τη κοινωνική τους ομάδα.

Αρχικά ένας πρόσφυγας εμφανίζει πολλά συναισθήματα που μπορεί να φανούν αρνητικά για τον χαρακτήρα του. Ένας άνθρωπος ο οποίος εγκαταλείπει την χώρα του και το σπίτι του, μπορεί να νιώσει θλίψη γιατί απομακρύνεται από την οικογένειά του και από τους τόπους του. Μπορεί να νιώθει επίσης θυμό επειδή τον αναγκάζουν να φύγει από τον τόπο του ή από ανθρώπους που ήρθαν για να πάρουν τη γη του ή ακόμη και επιθετικότητα γιατί μπορεί να έχει εισπράξει λεκτική ή σωματική βία. Η ζωή των προσφύγων είναι πολλή δύσκολη γιατί αντιμετωπίζουν άσχημες συνθήκες επιβίωσης. Οι πρόσφυγες αρχικά εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και μεταφέρονται σε άγνωστους τόπους με άγνωστους ανθρώπους. Εκεί μπορεί να αντιμετωπίσουν μεταδοτικές ασθένειες οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες και επίσης να πρέπει να αντιμετωπίσουν και την πείνα λόγο της πολυκοσμίας.

Ένας πρόσφυγας αντιμετωπίζει ακόμη την έλλειψη στέγης και συντροφιάς ακόμη και την έλλειψη της φιλίας. Στους ξένους αυτούς τόπους , σε αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να μην δίνεται βοήθεια σε χρήματα ή τρόφιμα και μπορεί να μην είναι αποδεκτοί από το κράτος στο οποίο μετακινήθηκαν.

Ένας πρόσφυγας στο μεγάλο αυτό ταξίδι για την επιβίωσή του θα χρειαστεί χρήματα για να τραφεί και να ντυθεί σωστά, πράγμα το οποίο είναι πολύ δύσκολο για αυτόν τον άνθρωπο.

Ευτυχώς όμως, υπάρχουν χώρες που δέχονται  αυτούς τους ανθρώπους με πολλή αγάπη, καλοσύνη και σεβασμό. Μια τέτοια χώρα είναι η Ελλάδα. Στην χώρα μας έχουν έρθει και έχουν εγκατασταθεί πολλοί πρόσφυγες τα τελευταία χρόνια και τους προσφέρονται στέγη φαγητό και ρουχισμός για να γίνει πιο εύκολη η διαβίωσή τους.

Επείγει οι αρχηγοί των χωρών να σταματήσουν τις διαφωνίες και να πάψουν να δημιουργούν πολέμους ώστε να αναγκάζουν τους ανθρώπους να γίνονται πρόσφυγες.

 

Λάζαρος Χατζημιχαηλίδης, Β4

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Όμως κάθε μέρα κάθε βράδυ μου επανέρχονται στο μυαλό εικόνες από εκείνη την σκληρή περίοδο.

Ο πόλεμος στην χώρα μου ήταν ολοφάνερο ότι δεν υπήρχε πρόθεση να σταματήσει και οι τρεις μήνες που ελπίζαμε σε κάποια διαφορετική εξέλιξη ρισκάροντας την ζωή μας αποδείχθηκαν ανωφελή. Έτσι με τα ελάχιστα ρήματα που είχε καταφέρει να κλέψει ο μικρός μου αδερφός καταφέραμε να φύγουμε οι γονείς μου, τα δύο αδέρφια μου και εγώ.

Ξεκινήσαμε ταχύτατα προς τα βόρεια εκεί που όπως έλεγαν οι κάτοικοι κατανοούσαν την ταλαιπωρία μας και θα μας βοηθούσαν. Το ταξίδι θα ήταν τεράστιο και βέβαια εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων θα χρειαζόταν να το διανύσουμε όλο με τα πόδια.

Ο πρώτος μήνας πεζοπορίας κύλισε με ικανοποιητικό ρυθμό και χωρίς να αισθανθούμε ιδιαίτερα το αίσθημα της πείνας ή της δίψας χάρη στα προϊόντα που πήραμε από μερικά σπίτια. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ήταν μερικοί βομβαρδισμοί που συνέβησαν σχετικά κοντά μας.

Όμως την πρώτη εβδομάδα του δευτέρου μήνα του ταξιδιού μας η μητέρα μου υπέκυψε από την κούραση και από την δίψα. Ενώ και οι υπόλοιποι μη έχοντας άλλες δυνάμεις και κουράγιο καταφέραμε να συνεχίσουμε χάρις τον τρόμο και την αγωνία που μας κυριαρχούσε.

Τελικά μετά από λίγες μέρες συνέβη κάτι σωτήριο. Ενώ είχαμε διανύσει σχεδόν το μισό της διαδρομής μας συναντήσαμε τις ράγες ενός τρένου οι οποίες όμως ήταν καλυμμένες με χόρτα και θαμνάκια. Εντελώς συμπτωματικά έτυχε να περνάει ένα τρένο την σπάνια αυτή γραμμή το οποίο εξαιτίας των εμποδίων που είχαν οι ράγες προχωρούσε πραγματικά πολύ αργά. Έτσι ο πατέρα μας μέσα σε δευτερόλεπτα μας παρότρυνε να ανεβούμε. Αρχίσαμε να τρέχουμε δίπλα στο τρένο ανεβαίνοντας ένας ένας όμως ο πατέρας που είχε μείνει τελευταίος χάνοντας μέτρα μας πέταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει μια σάκα με λίγα ρήματα και λίγα τρόφιμα ενώ εκείνος σταμάτησε να τρέχει και από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ. Καταφέραμε με το τρένο να φτάσουμε στον προορισμό μας αφού καταφέραμε να μην γίνουμε αντιληπτοί μέσα στο τρένο.

Ενώ ικανοποιημένοι πλέον που πέτυχαμε τον στόχο μας θεωρούσαμε ότι είχαμε ξεμπερδέψει. Αλλά κάναμε λάθος. Εκεί που πήγαμε ούτε μας υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες ούτε μας βοήθησαν. Αντίθετα δεν μας έδιναν σημασία ή μας κακοκοιτούσαν, μας έβριζαν και μας έφτυναν. Μέναμε στο δρόμο και ζούσαμε ζητιανεύοντας και τρώγοντας από το συσσίτιο.

Ευτυχώς μετά από εβδομάδες μας μάζεψαν εμάς και άλλους όμοιους μας και μας έκλεισαν σε έναν χώρο που τον έλεγαν δομή. Εκεί κοιμόμασταν, εκεί τρώγαμε και εκεί ζούσαμε για δύο χρόνια χωρίς να κάνουμε τίποτα, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

Τελικά φύγαμε, μας δώσανε ένα επίδομα και μας άφησαν ελεύθερους. Έτσι από τότε ζω εδώ μαζί με τα αδέρφια μου έχοντας πλέον τις οικογένειές μας, τις δουλείες μας και κυρίως τις ζωές μας.

                                                                                                           Νίκος Παπαγιαννάκης Β3